Κατανοώντας τις διώξεις RICO στην Ατλάντα

:

Ένα σαρωτικό κατηγορητήριο επιδιώκει να ποινικοποιήσει την ίδια την αντίσταση

Categories:
Localizations:

Από τις αρχές του 2023, εισαγγελείς στη Τζόρτζια απείλησαν με διώξεις ακτιβιστές, οι οποίοι διαμαρτύρονταν εναντίον μιας σχεδιαζόμενης στρατιωτικοποιημένης εγκατάστασης της αστυνομίας, γνωστής ως “Cop City”, για παραβίαση του νόμου RICO (Racketeer Influenced and Corrupt Organizations – Επιρροής Εκβιαστών και Διεφθαρμένων Οργανώσεων ). Την περασμένη εβδομάδα, ο Γενικός Εισαγγελέας της Τζόρτζια Κρις Καρ απήγγειλε κατηγορίες υπό το νόμο RICO σε 61 άτομα στην κομητεία Φούλτον.

Τσουβαλιάζοντας αδιάκριτα δεκάδες συλληφθέντες, πολλοί από τους οποίους φαινομενικά δεν έχουν συναντηθεί ποτέ, σε μια κατασκευασμένη υπόθεση συνωμοσίας, η εισαγγελία επιχειρεί να ποινικοποιήσει την ίδια τη διαμαρτυρία. Η υπόθεση αυτή αντιπροσωπεύει μια πολιτικά υποκινούμενη καταστολή που αποσκοπεί στο να φιμώσει κάθε μορφής ακτιβισμού και πολιτικής διαφωνίας, αλά Βλαντιμίρ Πούτιν. Εκ τούτου θα έπρεπε να ενδιαφέρει οποιονδήποτε ανησυχεί και παλεύει για τις πολιτικές ελευθερίες, όπως η ελευθερία της διαμαρτυρίας ή η ελευθερία να αγωνίζεται και να αγορεύει ενάντια στην αστυνομική βία και τον αυταρχισμό, ή υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος.

Οι εισαγγελείς δεν έχουν στη διάθεσή τους οποιαδήποτε αδημοσίευτη προηγουμένως πληροφορία που να φανερώνει την ύπαρξη συνωμοσίας, υπό τη συνήθη έννοια της λέξης αυτής, όπως υποδεικνύεται στο κατηγορητήριο. Παρ’ όλα αυτά, απήγγειλαν νέες κατηγορίες εναντίον εκείνων των οποίων τα ονόματα είχαν ήδη στα χέρια τους ως αποτέλεσμα προηγούμενων συλλήψεων, προσπαθώντας αδέξια να τους ενοχοποιήσουν ως συμμετέχοντες σε μια οργανωμένη εγκληματική επιχείρηση.

Στους κατηγορούμενους συμπεριλαμβάνονται 42 άτομα που έχουν ήδη κατηγορηθεί για “τρομοκρατία” επειδή φέρονται να συμμετείχαν στο κίνημα #StopCopCity, πολλοί από αυτούς με βάση ενέργειες τόσο απλές όσο η είσοδος σε ένα δάσος ή μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επίσης περιλαμβάνονται τρία ακόμη άτομα που έχουν ήδη κατηγορηθεί για κακουργήματα επειδή φέρονται να μοίρασαν φυλλάδια και άλλα τρία άτομα που κατηγορήθηκαν τον περασμένο Μάιο για “ξέπλυμα χρήματος” και άλλα εγκλήματα επειδή οργάνωσαν νομική υποστήριξη για ακτιβιστές. Καμία από αυτές τις προηγούμενες κατηγορίες δεν οδήγησε σε καταδίκη.

Το μόνο πράγμα που συνδέει όλους τους κατηγορούμενους είναι ότι όλοι φαίνεται να έχουν συλληφθεί ή κρατηθεί κάποια στιγμή, έστω και αόριστα, υπό την υποψία διαμαρτυρίας κατά του σχεδίου της κυβέρνησης να καταστρέψει το δάσος Weelaunee.


Μια ιστορία δύο υποθέσεων RICO

Αν και οι μηνύσεις έλαβαν χώρα στην κομητεία Fulton, τις διώξεις χειρίζεται ο Γενικός Εισαγγελέας της πολιτείας. Μέσα από αυτό διαφαίνονται διαιρέσεις και διαχωρισμοί εντός των αρχών — αλλά αξίζει να αναρωτηθούμε πόσο βαθιοί είναι αυτοί.

Ο εισαγγελέας της κομητείας Φούλτον ο οποίος είναι Δημοκρατικός, είχε ήδη αποσυρθεί τον περασμένο Ιούνιο από όλες τις υποθέσεις σχετιζόμενες με το συγκρότημα εκπαίδευσης της αστυνομίας, επικαλούμενος αγεφύρωτες διαφορές με τον Ρεπουμπλικάνο Γενικό Εισαγγελέα της πολιτείας. Ο δικαστής στον οποίο ανατέθηκε αυτή η νέα υπόθεση RICO, αποσύρθηκε αυτοβούλως αμέσως σήμερα. Μέχρι τώρα, οι δικαστές δεν είχαν αυτοεξαιρεθεί από υποθέσεις που σχετίζονται με το κίνημα για τον τερματισμό της Cop City, ακόμη και όταν είχαν ξεκάθαρους δεσμούς με την καμπάνια για την κατασκευή του στρατιωτικοποιημένου κέντρου της αστυνομίας.

Η κομητεία Φούλτον έχει τώρα δύο ανταγωνιστικές πολιτικές υποθέσεις RICO: μία εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία διώκεται από τον εισαγγελέα της κομητείας, και μία εναντίον όσων κατηγορούνται ότι αντιστέκονται στην κατασκευή του κέντρου εκπαίδευσης της αστυνομίας, η οποία διώκεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της πολιτείας.

Μένει να δούμε αν υπάρχει ουσιαστική σύγκρουση στη Τζόρτζια μεταξύ των Δημοκρατικών τοπικών εισαγγελέων και των ομοσπονδιακών Ρεπουμπλικανών εισαγγελέων. Οι Ρεπουμπλικάνοι θα είχαν πιθανότατα ασκήσει αυτές τις διώξεις ακόμη και αν η εισαγγελέας της κομητείας Φούλτον Φάνι Γουίλις δεν είχε κινήσει τη δική της υπόθεση RICO εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ και των κολλητών του. Στη συγκεκριμένη συγκυρία θα αντιπαραθέσουν τη δίωξη του Τραμπ ώστε να ξεσηκώσουν τη βάση τους προς υποστήριξη της χρήσης κατηγοριών RICO εναντίον περιβαλλοντικών ακτιβιστών. Η χρήση των κατηγοριών RICO εναντίον του Τραμπ, το μόνο που θα καταφέρει για πολλούς ψηφοφόρους των Δημοκρατικών, είναι να νομιμοποιήσει ηθικά το δικαστικό σύστημα στο σύνολό του και τις διώξεις RICO ειδικότερα, ακόμη και όταν και τα δύο χρησιμοποιούνται κυρίως εναντίον καταπιεσμένων κοινοτήτων και κινημάτων διαμαρτυρίας. Το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικάνοι προωθούν αυτή την υπόθεση σε πολιτειακό επίπεδο, προσφέρει στους Δημοκρατικούς πολιτικούς μια εύλογη δυνατότητα εναντίωσης, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να κερδίζουν εκλογές, ακόμη και όταν οι ψηφοφόροι τους αποδοκιμάζουν την ποινικοποίηση της διαφωνίας. Από την πλευρά τους, οι περισσότεροι Δημοκρατικοί πολιτικοί είναι εξίσου εξαρτημένοι από την αστυνομία όσο και οι Ρεπουμπλικάνοι, εξίσου πρόθυμοι να δουν το Cop City (Πόλη των Μπάτσων) να χτίζεται και εξίσου ανυπόμονοι να δουν τα κινήματα διαμαρτυρίας να καθίστανται αναποτελεσματικά.

Παρόλο που οι δύο υποθέσεις RICO αντιπροσωπεύουν αντίπαλες παρατάξεις της πολιτικής τάξης, το ίδιο σώμα ενόρκων που απήγγειλε κατηγορίες στον Ντόναλντ Τραμπ, είναι υπεύθυνο για την παραπομπή όσων κατηγορούνται για “εκβιασμό” επειδή διαμαρτυρήθηκαν για τον Cop City. Το δικαστικό σύστημα είναι η βασική υποδομή για την διαχείριση της κρατικής βίας. Αν και αφελείς Δημοκρατικοί μπορεί να το παρουσιάζουν ως έναν τρόπο ελέγχου των φιλοδοξιών απολυταρχικών κύκλων, το δικαστικό σύστημα προσφέρει τις υπηρεσίες του απλόχερα και φυσικά σε όλες τις μορφές καταστολής με στόχο τους καταπιεσμένους. Και αυτός είναι ο κύριος ρόλος που θα παίζει πάντα.


Ποινικοποιώντας Ιδέες

Όπως διερευνήσαμε τον Μάιο, δεν είναι η πρώτη φορά που οι εταιρείες και η αστυνομία χρησιμοποιούν επιπόλαια τις κατηγορίες RICO για να εκφοβίσουν όσους αντιδρούν στις εξουσιαστικές τους ορέξεις. Για παράδειγμα, από το 2016 έως το 2019, η εταιρεία που βρίσκεται πίσω από τον αγωγό Dakota Access υπέβαλε κατηγορίες RICO κατά της μετριοπαθούς μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Greenpeace. Όλες αυτές οι κατηγορίες τελικά απορρίφθηκαν, αλλά τέτοιες διώξεις χρησιμεύουν για να εκφοβίζουν και να ακινητοποιούν τους στοχοποιημένους και αντιπροσωπεύουν μια συνεχή προσπάθεια των εταιρειών και της αστυνομίας να υποτάξουν περαιτέρω το δικαστικό σύστημα στη δική τους ατζέντα.

Σε συνέντευξη Τύπου για την ανακοίνωση των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή υποστήριξε ότι ο νόμος της Τζόρτζια είναι γραμμένος με τέτοιο τρόπο ώστε οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να γνωρίζονται μεταξύ τους για να συμμετέχουν σε συνωμοσία- το μόνο που απαιτείται είναι να εργάζονται για τον ίδιο σκοπό. Αυτό ερμηνεύει την “εγκληματική συνωμοσία” τόσο ευρέως, ώστε δημιουργεί το έδαφος για να εμπλέξει πρακτικά στην παραβίαση του νόμου RICO, οποιονδήποτε συμμετέχοντα σε οποιοδήποτε κοινωνικό κίνημα της τελευταίας δεκαετίας.

Στο κατηγορητήριο, οι εισαγγελείς τονίζουν ότι οι κατηγορούμενοι διώκονται απλώς επειδή αντιτάχθηκαν στην κατασκευή του στρατιωτικοποιημένου κέντρου της αστυνομίας:

Τα μέλη του Defend the Atlanta Forest δεν προέρχονται από μία μόνο τοποθεσία και ούτε έχουν ιστορικό συνεργασίας ως ομάδα σε ένα μόνο μέρος. Παρ’ όλα αυτά, η ομάδα αντιτίθεται ενιαία στην κατασκευή του Κέντρου Εκπαίδευσης του Αστυνομικού Τμήματος της Ατλάντα, στις κατασκευαστικές εταιρείες που σχετίζονται με το έργο και στις εταιρείες που σχετίζονται με τις ιδιοκτησίες κατασκευαστικού ενδιαφέροντος στην περιοχή γύρω από το δάσος.

“Defend the Atlanta Forest αποτελείται από τρεις βασικές ιδεολογίες”, συνεχίζει το κείμενο - μια “ιδεολογία κατά της επιβολής του νόμου”, “προστασία του περιβάλλοντος με κάθε κόστος” και “μια αναρχική ιδεολογία”. Είναι οι ιδέες που δικάζονται εδώ.

Χωρίς να παραθέτει πηγές, η εισαγγελία αποδίδει τις πιο εξωφρενικές δηλώσεις στην “οργάνωση” στο σύνολό της - για παράδειγμα, “ο Tortuguita πέθανε προσπαθώντας να σκοτώσει έναν αστυνομικό για να υπερασπιστεί το δάσος Weelaunee”. Αυτή η δήλωση αντιτίθεται ευθέως στην αφήγηση σχετικά με τη δολοφονία του Tortuguita που επικρατεί σε όλα τα κινήματα που επιδιώκουν να διασώσουν το δάσος.

Στις αρχές του κατηγορητηρίου, πέντε ολόκληρες σελίδες αφιερώνονται ειδικά στους τρεις κατηγορούμενους που διώκονται για συνεργασία με το Ταμείο Αλληλεγγύης της Ατλάντα. Τα ονόματά τους επαναλαμβάνονται επανειλημμένα σε όλο το κατηγορητήριο. Εκτός από την ποινικοποίηση του “αναρχισμού”, της εναντίωσης στην αστυνομία και του ενεργητικού ενδιαφέροντος για το περιβάλλον από το οποίο εξαρτάται η επιβίωση όλων μας, ένας άλλος κεντρικός στόχος της δίωξης είναι σαφώς να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο για την ποινικοποίηση της νομικής υποστήριξης ανθρώπων που συλλαμβάνονται για δραστηριότητες αντίστασης και διαμαρτυρίας.

Παρομοίως, το κατηγορητήριο πλαισιώνει ρητά τη “διανομή φυλλαδίων”, την “κατάληψη ενός δεντρόσπιτου” και την παρουσία σε ένα δάσος “με καμουφλάζ, εξοπλισμό κατασκήνωσης και εφόδια διαβίωσης” ως φανερές ενέργειες που προωθούν μια συνωμοσία.

Το κατηγορητήριο επαναλαμβάνει έναν προηγουμένως διαψευσμένο ισχυρισμό σχετικά με την υποτιθέμενη “τρομοκρατική” φύση του κινήματος για την υπεράσπιση του δάσους Weelaunee, υποστηρίζοντας ότι

Το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (Department of Homeland Security/ DHS) των Ηνωμένων Πολιτειών έχει ταξινομήσει τα άτομα ως φερόμενους Εγχώριους Βίαιους Εξτρεμιστές (Domestic Violent Extremists DVE).

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το ίδιο το DHS,

Το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας δεν ταξινομεί ούτε χαρακτηρίζει καμία από τις ομάδες ως βίαιους εξτρεμιστές στο εσωτερικό της χώρας.

Για να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό “τρομοκράτης”, το κατηγορητήριο επικαλείται ένα δελτίο του DHS - αλλά το δελτίο αυτό απλώς επαναλαμβάνει τον προηγούμενο ισχυρισμό των εισαγγελέων της Τζόρτζια ότι οι κατηγορούμενοι είναι “βίαιοι εξτρεμιστές της εγχώριας κοινωνίας”, ενώ προσθέτει τον προσδιορισμό “φέρεται” για να καλύψει τον ισχυρισμό αυτό ως υπόθεση. Οι εισαγγελείς της Τζόρτζια προσπαθούν να επαναλάβουν ένα ψέμα μέχρι να καταστεί αλήθεια.

Το 2020, το DHS ήταν ένας από τους ομοσπονδιακούς θεσμούς στους οποίους στηρίχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ στην προσπάθειά του να καταστείλει τις διαδηλώσεις, ιδίως στο Πόρτλαντ του Όρεγκον. Σχεδόν ποτέ δεν ήταν διστακτικό να υποστηρίξει την καταστολή. Το γεγονός ότι υπάρχει προφανής τριβή μεταξύ των εισαγγελέων της πολιτείας της Τζόρτζια που εκπροσωπούν το DHS και του ίδιου του DHS μέσω των δηλώσεων του, καταδεικνύει μόνο πόσο μακριά είναι διατεθειμένοι να φτάσουν οι εισαγγελείς της Τζόρτζια σε αυτή την υπόθεση.

Υπάρχει μια τρίτη γνωστή υπόθεση RICO στην Ατλάντα - η δίωξη των Young Thug, Gunna και Young Slime Life, η οποία παραθέτει στίχους, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ρούχα ως αποδεικτικά στοιχεία για “εγκληματικό εκβιασμό”. Και στις δύο περιπτώσεις, οι εισαγγελείς ερμηνεύουν το RICO καταστατικό της Τζόρτζια τόσο ευρέως ώστε βάσει μιας κατασκευασμένης αφήγησης σχετικά με τις ιδέες και την ταυτότητά συγκεκριμένων ανθρώπων, να δικαιολογούν τον ορισμό τους ως εγκληματιών και συνωμοτών.

Σύμφωνα με τη βασανιστική διατύπωση της εισαγγελίας, “οι βίαιοι αναρχικοί προσπαθούν να ενοχοποιήσουν την κυβέρνηση ως βίαιους καταπιεστές”. Με την απαγγελία αυτών των κατηγοριών, η κυβέρνηση της πολιτείας της Τζόρτζια επιβεβαιώνει τη δέσμευσή της στη βίαιη καταστολή, ξεκινώντας από οποιονδήποτε υποψιάζεται ότι μιλάει ενάντια στη βία που ασκεί.

Δεν είναι βέβαιο ότι αυτή η υπόθεση RICO θα επιτύχει. Αλλά αν τα καταφέρει, θα έχει τεράστιες επιπτώσεις σε άλλα κοινωνικά κινήματα σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είτε πετύχει είτε όχι, σηματοδοτεί ένα νέο ναδίρ για τη χρήση της δικαστικής παρενόχλησης κατά της πολιτικής διαφωνίας. Όποιος δεν επιθυμεί να ζει σε μια ολοκληρωτική κοινωνία θα πρέπει να κινητοποιηθεί και να υποστηρίξει έμπρακτα τους κατηγορούμενους και να αντισταθεί σε αυτή την προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα νέο προηγούμενο για την κρατική καταστολή.

Συμμετέχετε εδώ οικονομικά για να υποστηρίξετε τους κατηγορούμενους..